μαχαλάς

μαχαλάς
ο квартал; район (города, села);

§ κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη — погов, что ни город, то норов


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "μαχαλάς" в других словарях:

  • μαχαλάς — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 850 μ., 71 κάτ.) στην πρώην επαρχία Καλαμών του νομού Μεσσηνίας. Βρίσκεται στο ανατολικό άκρο του νομού, στις δυτικές πλαγιές της κορυφής Γραμμένης Πέτρας, του Ταΰγετου, Β του οικισμού Αλαγονία. Υπάγεται διοικητικά στον… …   Dictionary of Greek

  • μαχαλάς — ο (λ. τουρκ.), συνοικία, γειτονιά, ενορία: Ζούσε στον επάνω μαχαλά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Μικρός Μαχαλάς — Ορεινός οικισμός (υψόμ. 920 μ., 12 κάτ.) του νομού Κορινθίας. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του νομού, στις νότιες πλαγιές του όρους Ζήρια. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Στυμφαλίας …   Dictionary of Greek

  • Χαλκιδικής, νομός — Νομός που καλύπτει το έδαφος της ομώνυμης χερσονήσου της κεντρικής Μακεδονίας. Στον νομό δεν υπάγεται η περιοχή του Άθω (Άγιον Όρος), ο οποίος συνορεύει στα Β με τον νομό Θεσσαλονίκης, ενώ από τις 3 άλλες πλευρές του βρέχεται από το Αιγαίο. Ο… …   Dictionary of Greek

  • Ano Diakopto — or Ano Diakofto (Greek:, Modern: Άνω Διακοπτό meaning Upper Diakopto, Ancient/Katharevousa: ον on ), older form: on, also with the second a accented is a Greek village located about west of Corinth and Athens, north northwest of Kalavryta and… …   Wikipedia

  • Mahala — For the village in Moldova, see Corjova, Dubăsari. Dabova Mahala, a mahala turned village in Montana Province, Bulgaria Mahala is a Balkan word for neighbourhood or quarter , a section of a rural or urban settlement, dating to the times of the… …   Wikipedia

  • Zarakes — (Greek: Ζάρακες) is a village in Dysties municipality, Euboea, Greece, population 936 as of the last censuswhen. The municipal department of Zarakon (Greek: Ζαράκων) comprises Zarakes and Zarakon Beach.In historical times, Zarakes was called… …   Wikipedia

  • MUTILANDI occisos mos — Veteribus usitatus, memoratur Lycophroni Cassandrâ, Πάντας δ᾿ ἀνάγνοις χερσὶν εν ναῷ κτενεῖ, Λώβαισιν αἰκιςθέντας ὀγκαίου βόθρου. Omnesque cruda caedet in sacris manis Cereris favissis saucios crudeliter. Uti Scaliger reddit; Meursius mavult… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ζακόνι — το (Μ ζακόνι και ζακόνιν) 1. συνήθεια, έθιμο 2. παροιμ. «κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη» ο κάθε τόπος έχει τις δικές του συνήθειες. [ΕΤΥΜΟΛ. < σλαβ. zakonŭ] …   Dictionary of Greek

  • κάθε — (Μ κάθε και ιδιωμ. κάθα) (άκλιτη αόριστη αντων.) 1. (με ουσ., με άρθρο ή χωρίς άρθρο) καθένας, έκαστος (α. «κάθε άνθρωπος έχει τα βάσανά του» β. «ο κάθε μαθητής θα γράψει τρεις σελίδες») 2. (με αιτ.) αντί τής προθέσεως ανά («κάθε δύο ώρες» ανά… …   Dictionary of Greek

  • συνοικία — η, ΝΑ, και συFοικία και αττ. τ. ξυνοικία Α [σύνοικος] τμήμα πόλης, κωμόπολης ή χωριού με καθορισμένα τοπογραφικά όρια και ιδιαίτερη ονομασία, αλλ. γειτονιά, κν. μαχαλάς αρχ. 1. συνοίκηση 2. άθροισμα ανθρώπων που κατοικούν μαζί, κοινότητα 3. οικία …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»